BUTTONS

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Ο πρώτος ωκεανοπόρος ήταν ένας Έλληνας!..

Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος
Η Μασσαλία είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης. Χτίστηκε από τους Φωκαείς της Ιωνίας (Μ. Ασία) το 600 π.Χ. Είχε ακμαιότατο εμπόριο. Ίδρυσε η ίδια αρκετές αποικίες στα παράλια της Γαλλίας και της Ισπανίας. Διατήρησε την ελληνική γλώσσα επί 900 χρόνια, δηλαδή μέχρι το 300 μετά Χριστόν. Από το 1481 ανήκει στη Γαλλία.


Στην ελληνική αυτή αποικία της Μεσογείου αναδείχτηκε μία σπουδαία προσωπικότητα. Είναι ο Πυθέας, Έλληνας από τη Μασσαλία. Έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ. Υπήρξε ποντοπόρος, αστρονόμος και γεωγράφος. Το 330 π.Χ. εδημοσίευσε τις ανακαλύψεις του σε σύγγραμμα με τον τίτλο «Γης περίοδος ή τα περί του Ωκεανού».
Ως αστρονόμος ανακάλυψε την σχέση που έχουν οι παλίρροιες με την κίνηση της σελήνης. Ανεκάλυψε ότι ο πολικός αστέρας δεν συμπίπτει με τον Βόρειο Πόλο. Όρισε ακριβέστατα το γεωγραφικό πλάτος της Μασσαλίας…


Όταν η Μασσαλία ανάπτυξε το εξωτερικό της εμπόριο αντιμετώπισε τον σκληρό ανταγωνισμό των Καρχηδονίων, επειδή αυτοί κυρίως είχαν το εμπόριο του κασσιτέρου, που με τα καράβια τους μετέφεραν από τα αγγλικά νησιά στη Μεσόγειο. Για να εκμεταλλευθούν την μεγάλη αυτή πηγή πλούτου οι Μασσαλιώτες χρηματοδότησαν τον συμπολίτη τους Πυθέα. Εκτός των άλλων ο Πυθέας χρησιμοποιούσε τέλεια τον «γνώμονα» και προσδιόριζε το γεωγραφικό πλάτος των χωρών που εγνώρισε.
Γι’ αυτό τον χρηματοδότησαν και τον βοήθησαν να κατασκευάσει ένα γερό καράβι με 25 κουπιά σε κάθε πλευρά (πεντηκόντορο) και του έδωσαν το πιο διαλεχτό πλήρωμα με πείρα και πειθαρχία. Τον Ιανουάριο του 347 π.Χ. ξεκίνησε προς τον Ατλαντικό για να βρει τον δρόμο προς την Αγγλία. Έφθασε στο Κάδιξ όπου, για πρώτη φορά, παρατήρησε την αύξηση του ύψους της παλίρροιας.
Πέρασε τον Βισκαϊκό κόλπο και στράφηκε προς την Μάγχη, πέρασε τις εκβολές του Τάμεση, όπου είδε κι εκεί το μέγεθος των παλιρροιών καθώς και τα σφοδρά ρεύματα. Συνέχισε το ταξίδι του ΒΑ παραπλέοντας τα νότια παράλια της Αγγλίας και με πορεία προς τον Βορρά ανεβαίνει προς τον Βόρειο Πολικό Κύκλο ακολουθώντας πάντα τα παράλια της Ανατ. Αγγλίας. Αλλά όσο προχωρούσε βορινά τόσο η διάρκεια της ημέρας μεγάλωνε. Στην βόρεια άκρη της Αγγλίας, κοντά στα νησιά Ορκάδες η ημέρα διαρκούσε 19 ώρες.
Ο Πυθέας τέλος έφθασε στα υπερβόρεια αυτά σημεία όπου, όπως έλεγαν και οι «βάρβαροι» τότε κάτοικοι των περιοχών αυτών, «ο ήλιος κοιμάται κατά την χειμερινή τροπή». Αυτό δείχνει πως ο Πυθέας έφθασε εκεί κατά την θερινή περίοδο, κατά την διάρκεια της μεγάλης ημέρας και πως ορθά σκέφθηκε πως, αφού αυξάνει η ημέρα, όσο ανεβαίνει υψηλότερα, τότε η γη θα είναι σφαιρική, θα έχει, όπως έγραψε και ο ίδιος, «το κύρτωμά της».
Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές γνώμες που διατυπώθηκαν ο Πυθέας έφθασε μέχρι τη Θούλη, τη σημερινή Ισλανδία. Έφθασε μέχρι τον Βόρειο Πολικό Κύκλο, γιατί και ο ίδιος είδε τον ήλιο να γυρίζει σχεδόν στον ορίζοντα «ώστε να μπορείς να διαβάζεις την νύκτα». Ο Πυθέας ήθελε να πλεύσει βορειότερα, όμως έπεσε σε πυκνές ομίχλες. Το πλήρωμά του δεν είχε ρούχα να ζεσταθεί. Όλοι παγωμένοι από το αφόρητο κρύο φώναζαν πως ο Απόλλων είχε θυμώσει, που πήγαν να δουν το σπίτι του και τα «οικογενειακά του» ώστε δεν θέρμαινε την γη και πάγωνε η γύρω θάλασσα.
Έτσι, ο Πυθέας γύρισε προς το Νότο. Είχε ήδη εκπληρώσει την μεγάλη του αποστολή, την «επιστημονική» και την «εμπορική». Είχε βρει τόσο πολύ ήλεκτρο, ώστε πέταξε όλα τα χαλίκια που είχε για σαβούρα στο σκάφος του και το γέμισε με ήλεκτρο. Οι ντόπιοι δέχτηκαν σαν εξαίρετο δώρο τα χαλίκια του έρματος, επειδή γι’ αυτούς ήταν κάτι σπάνιο, αφού το νησί τους ήταν γεμάτο άμμο.
Όταν γύρισε ο Πυθέας με το πολύτιμο φορτίο του στη Μασσαλία, μοίρασε μεγάλα ποσά στους Τιμούχους, που χρηματοδότησαν την αποστολή του.
Λέγεται, όμως, πως ανήσυχος εξερευνητής δεν σταμάτησε ως εδώ τα ταξίδια του. Ξανάφυγε με σκοπό να βρει ποτάμι που να ενώνει τη Βόρεια Θάλασσα με τον Εύξεινο Πόντο. Θαλασσοπορώντας έφθασε στη χώρα των Γότθων. Πρώτος αυτός αναφέρει την χώρα των «Γερμανών» που οι Έλληνες αγνοούσαν. Για να εισβάλουν αιώνες μετά οι Ρωμαίοι στη χώρα αυτή, πήραν σαν οδηγό τις περιγραφές του Πυθέα και έτσι βεβαιώθηκαν πως ό,τι έγραφε ήταν αλήθεια, πως δηλαδή οι Γερμανοί ήσαν τόσο σκληροί και μαχητικοί ώστε, όταν η θάλασσα πλημμύριζε και κατέστρεφε τη γη και τα σπίτια τους, έμεναν στην παραλία με τα σπαθιά τους στα χέρια, για να την πολεμήσουν και δεν υποχωρούσαν έως ότου πνιγούν.
Μετά τις τόσες του περιπέτειες ο Πυθέας έγραψε δύο βιβλία, το «Γης Περίοδος» και «Περί Ωκεανού». Ατυχώς, τα βιβλία αυτά, που θα είχαν εξαιρετικά στοιχεία και πληροφορίες, χάθηκαν. Έτσι, μόνον αποσπάσματα των βιβλίων αυτών έχουμε από αρχαίους συγγραφείς. Και το αστείο είναι ότι, ενώ ο Πυθέας υπήρξε ένας μεγάλος ναυτίλος εξερευνητής, αστρονόμος και Γεωγράφος, θεωρήθηκε «παραμυθάς».
Σήμερα δεν έχουμε καμιά αμφιβολία για το ταξίδι του Πυθέα στην Θούλη, τότε που εκάλυψε 200.000 στάδια, δηλαδή δύο φορές την διαδρομή του Κολόμβου. Ήταν ένα ηρωικό ταξίδι των Ελλήνων αφού μεγάλο μέρος του έγινε με κωπηλασία σε παγωμένες θάλασσες, ομίχλες και άπνοιες. Είναι ιστορικώς βεβαιωμένο ότι ο Πυθέας υπήρξε ο πρώτος Έλληνας ωκεανοπόρος που με τις γνώσεις του, την θέλησή του, την μεγάλη πίστη και το ακούραστο και αφοσιωμένο πλήρωμά του, πέρασε τις Ηράκλειες Στήλες και έφθασε ως τον μακρινό Βόρειο Πολικό Κύκλο.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...